encarcelamiento

το ρολόι της μέρας να έδειχνε μόνιμα σούρουπο
εκεί που τα σύννεφα ματώνουν κάγκελα,
τα σπάνε τους, γαμανε τον ορίζοντα,


ο ουρανός λεύτερος από όλα τα βάρη του,
στέκεται εκεί ζωγραφίζει την κάθε σκέψη στα εσωτερικά όργανα ενός ληστή,
στις φλέβές του κύμα,
στο βλέμμα φωτιά,

μάθε μου να αναπνέω, ξέχασα να μαι λεύτερος
έχω καταπιεί το κλειδί του εαυτόυ μου και σκιές ανθρώπων,
διαδρομές στο ίδιο σημείο

κοιτάζοντάς σε, βλέπω ταξίδια μέσα από την χαραμάδα σου σκαρφάλωνεις
ακούω τον σφυγμό μέσα από το στενό σου δωμάτιο γκρεμίζοντας τους τοίχους•

μη ξεχαστείς να αντέχεις

το ηλιοβασίλεμα το είδα μαζί σου σε εκείνο το παράθυρο θυμάσαι;
και ο ήλιος ήταν ληστής και άνθρωπος μαζί
στο ιδιό κελί
μέσα ή έξω ποτέ δεν μου είπες

συρραφή

ξηλώνομαι κύτταρο κύτταρο με νύχια με δόντια στο απελπισμένο χαμόγελο της εποχής
παραναλωμα ήλιου
μπαλκονί σε ένα πορτοκαλί απόγευμα
αποδόμηση μιας τζούρας χορεύοντας να σκοτωθώ εκεί που εκπνέει το γεράνι
αγάπησα την λεξη συρραφή 

εξίσωση

τι καιρό κάνει
πικραλιδες στα μάτια
αδέσποτος χρόνος σε μια ανείπωτη φυγή
μείνε όμορφη σε εκείνον τον πόλεμο στο πεζοδρόμιο
χαντάκια χαρακώματα τα μάτια που δεν φίλησα
μείνε όμορφη σε εκείνη την απλότητα που συνοδεύει το τέλος
στη γωνιά ο επαίτης
αφαιρετικό εκκρεμές
να αναπνέουν τα δέρματα σε ειδωλολατρικές ακροβασίες


(αντι)κατοπτρισμος

Με ρωτάς τι ζούμε, η μόνη απάντηση που έχω είναι την φυσική διάσταση των ανθρώπων.
Ο χρόνος δεν είναι έννοια μα μονάδα μέτρησης, μετρα τα πάντα, τα τοποθετεί εκεί που τους πρέπει.
Όταν αποκτούν οι άνθρωποι μέσα μας την φυσική τους διασταση, όλα γίνονται αληθινά, λύνεται ο κόμπος.
Η πραγματικότητα και αυτή μονάδα μέτρησης για όλους.
Ο τρόπος μας στα πράγματα, μας κατατάσσει.
 Δεν θα μας συγχωρησω ποτέ το συνδρομο του αντικατροπτισμού, νέα ντρογκα ο διάθλασικός φακος ηθελημένης άγνοιας.
Μέσα στα πλευρά μου έχω σφηνωμενά νησιά με ανθρώπινη μορφή, άλλες φορές μου δίνουν ανάσα και άλλες με βυθιζουν ανάμεσα στα σπλάχνα μου.
Οι φλέβες μας συγκοινωνού
ντα δοχεία εντός μας απόκοσμες, μοναχικες, ίσως και η μεγαλύτερη αντίθεση εαυτού. Εσωτερικός προαυλισμός η πιο αληθινή εξέγερση όταν στα έγκατα μικραινουν τα εγώ.

ο φαύλος κύκλος χορεύει

ο φαύλος κύκλος
κόβει το μακελειό με το μικρό ψαλιδάκι,
ο φαύλος κύκλος χορεύει
με το πιο όμορφο τέχνασμα μιας παράνοιας,σε σόλο του τίποτα
σε τσιγάρα δρόμους προσμονές σε εισπνοή των ξεχασμένων
σε εκπνοές των μοναχικών
αγρυπνίες στα διπλανά σκαμπό, σε βλέμματα καταραμένων νηφάλιων
με χνώτα ανυποψίαστου αθώου
ο φαυλος κύκλος χορευει σε καιρούς που ευνοεί τους αλκοολικούς από πεποίθηση
ο φαύλος κύκλος χορευέι σε σώματα
σε γέλια φορεμένα σάβανα σε κόκκινα στόματα με μαραμένα φιλιά
σε κλειστοφοβικές διαφυγές με πνιγμένους εξακουλουθητικούς μέλλοντες
ο φάυλος κύκλος χορεύει
στον χρόνο που του ορίζει το μηδέν
στη σύγκρουση μιας ανάσας σε ναρκοπέδιο
οδύνη εκπυρσοκρότηση και ονείρωξη σε δίγραμμες συνταγές
ακροβασίες σε χαμηλοτάβανες νύχτες σκοτωμένες από τις μέρες
ο φαύλος κύκλος χορεύει
σε ουρανούς γυαλόχαρτα για τις κρυφές σου πληγές
ο φαύλος κύκλος χορεύει χαοτικά ακούραστα
σε χρώμα μημαύρο
σε χρώμα μηάσπρο
ο φαύλος κύκλος χορεύει στην πιο τρομακτική σου λέξη
που δεν ουρλιάζει η λάμπα απόψε
στην υπόκλιση μες τους βυθούς που κανένας δεν αντέχει
ο φαύλος κύκλος χορεύει μέσα μας
χημική διαδικασία μετουσίωσης
ο φαύλος κύκλος πεθαίνει στα μάτια που δεν φοβούνται
σε αυτά που δακρύζουν
σωπαίνει με βλέφαρα
σφενδαμός και αληθινόη


(το μηδέν αναπνέει)

Το μηδέν αναπνέει
στη στάση που κατουράνε πιωμένοι, δαρμένοι σκύλοι
γυμνές πεταλούδες με ξεριζωμένες ψυχές
αχόρταγα παιδιά με ονειροπαλέματα τέλματα στη πρέζα
αλλόκοτες γκόμενες με σύννεφα στα μάτια
σε λασπόνερα σκάτα βιολογικά υγρά του άφοβου αυτόχειρα που κρεμάει το μέσα του στα τσιγγέλια της αλήθειας του
στο χάδι του "αλήτη" στη γκόμενα που του πουλάει παπάτζα
στο καθαρό βλέμμα που έχει το ρεμάλι δαγκώνοντας την καρδιά του πίνοντας το αίμα του να νιώσει τα ζωτικά σημεία
στη φωτεινή μαρκίζα του σινεμά που πουλάει πορνό για ανέραστους
στο ναυτικό που ξερνάει στεριές σε οδους δίχως κυμα
στον ονειροπόλο με το ξεγοφιασμένο συναίσθημα που του ρήμαξε το θηρίο
στη σιγή ασυρμάτου ενός μοναχικού παλιάτσου που αυτοκτονεί κάθε τέταρτο στον διερχόμενο συρμό
στον φόνο του ερωτευμένου ενδόμυχα από τη γροθιά στο στομάχι
στο μολύβι της τύπισσας που γράφει ποιήματα στα παγκάκια
στον ποιητή που τινάζει τα μυαλά του στον τοίχο σε κάθε λέξη και έχει ξεχάσει να κλαίει
στο σύνθημα του δρόμου με πειραγμένη την περονη
το μηδέν αναπνέει γίνεται άπειρο την στιγμή που το κέντρο βάρους του κόσμου σνιφαρει 21 γραμμάρια χωρίς τον φόβο της αποκαθήλωσης εαυτού
το μηδέν αναπνέει εκεί που η αγάπη θρυμματιζει άστρα χωρίς ντροπή
στο τρύπιο κόκκινο φούτερ που φοράς
στο μακελειό που φτύνουμε στις πληγές μας


[Χειμωνιωσαμε]

Σκοτεινιάζει νωρίτερα γεμίσαμε επιτέλους πιο εύκολες κρυψώνες 
Το σούρουπο θα είναι άνθρωπος μοναχικός που αραζει σε ένα παλιό καφενέ στρίβοντας καπνό, πίνοντας κρασί, σιωπηλός παρατηρεί καταπίνοντας κουβέντες, ζαρωμενα χέρια δυνατά με ξενητεμένες αγάπες στο βλέμμα, μιλώντας λιγοστά χαράζοντας σιωπές, χωρίς χρησμούς καθαρές σκέψεις.
Ηφαίστειο το στέρνο του σαν αναστημενος ημίθεος.
Στερνή γουλιά,βαρύ πάτημα πλησιάζει η νύχτα στην αγκαλιά μιας μάνας στην αιώνια απουσία εαυτού,μικρό παιδί να γίνεται στο ζεστό της χαμόγελο,
με την ακρη του ματιου της, βλεμμα διαπεραστικό, μπορεί και κλέβει το ηχόχρωμα που κρύβει μέσα του.
Σε κάθε επιστροφή ψάχνει να βρει τα σημάδια της πόρτας στο εφηβικό του δωμάτιο.
Γεννήθηκε το δειλινό από το σούρουπο και έγινε άνδρας που σαν κλάψει γεμίζουν οι ψυχές πεφταστεριά.



βράδιαζει σου κλέβω ανάσες.
το οξυγόνο τους απoμυζούν οι πνεύμονές μου,
σαν μισοπεθαμένα θηράματα

βραδιάζει σου κλέβω σφυγμούς.
αγόγγυστα
στέλνοντας χορηγό ζωής το αίμα που μου απομένει,
στα πιο απόκρυφα σκοτάδια του κορμιού

λικνίσμα ως την άκρη του ορίζοντα και πάλι πίσω,
συναντάς μια θάλασσα

να γίνεσαι βροχή

ψάχνεις να ξεφύγεις απ' το κεκτημένο
εκεινο του χρόνου
το γκρι μισοφόρι

αποπαίρνεις το λευκό και το γαλάζιο
σε βουβες εξάρσεις
παντομιμες
ακούσιοι νευρώνες
που φτύνουν πληρότητα










νεκροφάνεια

επεξεργασία λέξεων
απεγκλωβισμός
το ατόπημα των ημερών η κλωτσιά στα ζωτικά σημεία
της πραγματικότητας
έμαθα να κοιμάσαι να ξεχνάω και να νιώθω(;)
σημείο στίξης  ο αφαλός της ματαιότητας
ευθύ βλέμμα εποχή με γεύση σάρκας
είδα το νεκρό εαυτό σου σε δρόμους  παρακάτω
που δε ήξερα
στην επομένη στροφή μπορει να σε φτάσω
κοινό σημείο το βάθος της παράκρουσης
ολόγιομο το δίλημμα μιας αντίφασης
ποζαρει σαν μοιραια γκόμενα σε χρονικο όριο
εφημερου θανάτου της πιο αληθινης ψευδαίσθησης
σμίγουν οι άνθρωποι την στιγμή που μηδενίζουν
την πραγμάτωσης της χαμένης τους στιγμής
όμορφο μακελειό ηχόχρωμα κορύφωσης
σαν γελιο κρεμασμενο σε ψυχιατρείο
έμαθα να κοιμάσαι να ξεχνάω να νιώθω
το πιο θλιβερο μας στοιχείο η προσαρμογή
μοτίβο ολέθρου σαν το σώμα πάρει σχήμα
δίχως σκιά
να ψάχνεις στον αυχένα την ημερομηνια λήξης
ορόσημο
ταυτίζομαι στη ρίζα του κρυμμένου σου αποχωρισμού
είδα το νεκρό σου εαυτό και η ταυτοποίηση
έγινε με δικό μου αποτύπωμα
έμαθα να κοιμάμαι να ξεχνάω και να μη θυμάμαι
δυο δρόμους παρακάτω  

Άτιτλο

καταγραφή αλησμόνητου φόβου
στον ήχο που κάνει το σαρακι σαν μας τρώει από μεσα
λες και στις φλέβες μας κάναμε συμφωνία να κυκλοφορουν ελεύθερα τα πενθημα εμβατήρια της ληθης του αδη
το μονοπρακτο της απουσίας σε εξακολουθητικό μέλλοντα οι σκιές κάνουν πτήσεις στα πεζοδρόμια και τις πλατείες
γραπώνεται σε τοίχους με συνθήματα να φάει τις ψυχές
τούτο το γκρέμισμα άνθρωπων είναι που τα πόδια γεμίζουν χώμα και ταφόπλακα στο μιρόλοι εκουσίας πραγματικότητας,
με νιώθω να γέρνω
το σώμα μου σαν μολύβι βαρυς ασηκωτος εαυτός
από όλα τα διλήμματα ορφανέψαμε μη δίνοντας απαντήσεις
βουβαμάρα, σάστισμα σε ότι μονάχα μας σπρώχνει να αντέξουμε,
ηδονική στιγμή γεμίζω μέσα μου καπνό, δεν έχω υπνο, κανένας μας δεν έχει ,
ταβάνι σε πτήση αοριστου χρόνου, χώρου,
συναίσθημα ξεφυτρωνει πνιγοντάς μας σε αλήθειες μέχρι σε τριτο πρόσωπο ξημέρωμα να ξαναγινουμε νεκροί

Επισκέψεις

Αναγνώστες