Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Στην Κοιλάδα με τους Ροδώνες - Νίκος Εγγονόπουλος

«Αλήθεια - των αδυνάτων αδύνατο
ποτές δεν εκατάφερα να καταλάβω /
αυτά τα όντα που δεν βλέπουνε
το τερατώδες κοινό γνώρισμα τ’ ανθρώπου /
το εφήμερο της παράλογης ζωής του
κι ανακαλύπτουνε διαφορές
γιομάτοι μίσος διαφορές
σε χρώμα δέρματος /φυλή / θρησκεία»

Γράμματα μέσα σε γράμμα / Νίκος Βουτυρόπουλος

Ένα πρωί σε μια σελίδα τη ζωή μου είδα. Ή νόμιζα
τουλάχιστον πως κάτι βλέπω. Όταν σε σκέφτομαι, μου
λείπεις, κι η φαντασία μας άγρια, γιατί τον πόνο μισώ,
είναι το μόνο.
Αν ποτέ έγραφα γράμμα σ' άγνωστο παραλήπτη, να
ξέρεις πως τα δάκρυα δε μας σκοτώνουν. Εμάς που τη
μοναξιά βαδίσαμε μέχρι του πόθου μας τη σκάλα.
Τι κοιτάμε, φεγγαρόπληκτοι, εφήμεροι οδυνοπόροι;
Η συνέχεια άγνωστη. Μεγάλη η λαχτάρα. Άχρηστο
τ' όνειρο.
Απαλά σε φιλώ όσο λες ακόμα σου λείπω.

 (από τα "μικρά κερωτικά" , εκδ. Σαιξπηρικόν)

Τhomas Elliot ...αφιερωμένο σ' αυτούς που πέρασαν μ' ολόισια μάτια στου θανάτου τ' άλλο βασίλειο... (Οι Κούφιοι Άνθρωποι)

Ι

Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι
Είμαστε οι παραγεμισμένοι άνθρωποι
Που σκύβουμε μαζί
Καύκαλα μ' άχερα γεμάτα. Αλίμονο!
Οι στεγνές μας φωνές
Σαν ψιθυρίζουμε μαζί
Είναι ήσυχες και ασήμαντες
Σαν τον αγέρα στο ξερό χορτάρι
Ή σε σπασμένα γυαλικά των ποντικών το ποδάρι
Μες στο ξερό μας το κελάρι.


Μορφή χωρίς σχήμα,
Σκιά δίχως χρώμα,
Παραλυμένη Δύναμη
Γνέψιμο χωρίς κίνηση

Εκείνοι που ταξίδεψαν
Με ίσιες ματιές,
στου θανάτου την άλλη Βασιλεία
Μας θυμούνται -α! θυμούνται-
όχι σα νά 'μαστε χαμένες
Παράφορες ψυχές, μα μοναχά
Οι κούφιοι ανθρώποι
Οι παραγεμισμένοι ανθρώποι.

ΙΙ

Μάτια που δεν μπορώ
ν' αντικρίσω στα όνειρα
Στου θανάτου τη βασιλεία των ονείρων
Αυτά δεν φανερώνονται:

Εκεί, τα μάτια είναι
Ήλιος σε σπασμένη στήλη
Εκεί, ένα δέντρο σείεται
Και οι φωνές είναι
Στου αγέρα το τραγούδισμα
Πιο απόμακρες.. πιο επίσημες
Από τ' άστρο που σβήνει.

Ας μην έρθω κοντύτερα
Στου θανάτου τη βασιλεία των ονείρων
Κι αν φορέσω ακόμη
Τέτοια μελετημένα μασκαρέματα
Ποντικού, τομάρι, κόρακα πετσί,
σταυρωτά ραβδιά
Σ' ένα χωράφι
Κάνοντας όπως κάνει ο άνεμος
Όχι κοντύτερα-

Όχι το τελευταίο τούτο συναπάντημα
στη δειλινή βασιλεία

ΙΙΙ

Τούτη είναι η πεθαμένη χώρα
Τούτη είναι του κάκτου η χώρα
Εδώ τα πέτρινα ομοιώματα
Υψώνονται, εδώ είναι που δέχουνται
Την ικεσία του χεριού ενός πεθαμένου
Κάτω από το παίξιμο του άστρου που σβήνει.

Ετσι είναι τα πράγματα
Στου θανάτου την άλλη βασιλεία
Ξυπνάς μοναχός
Την ώρα εκείνη
που τρέμεις τρυφερός
Χείλια που θα φιλούσαν
Λεν προσευχές στη σπασμένη πέτρα.

IV

Δεν είναι εδώ τα μάτια
Εδώ δεν είναι μάτια
Στο λαγκάδι των άστρων που πεθαίνουν
Στο κούφιο αυτό λαγκάδι
Τούτη η σπασμένη σιαγών
απ'τις χαμένες βασιλείες μας

Στο τελευταίο τούτο συναπάντημα
Μαζί ψηλαφούμε
Και αποφεύγουμε τα λόγια
Μαζεμένοι στην άκρη
του φουσκωμένου ποταμού

Χωρίς βλέμμα, εκτός
Αν ξαναφανούν τα μάτια
Σαν τ' άστρο το αιώνιο
Το εκατόφυλλο ρόδο
Της δειλινής βασιλείας του θανάτου
Η ελπίδα μόνο
Άδειων ανθρώπων.

V

Γύρω-γύρω όλοι
Στη μέση το Φραγκόσυκο
Φραγκόσυκο
Γύρω-γύρω όλοι
Στις πέντε την αυγή


Ανάμεσα στην ιδέα
Και στο γεγονός
Ανάμεσα στην κίνηση
Και στη πράξη
Η Σκιά πέφτει
Ότι Σου εστίν η Βασιλεία

Ανάμεσα στη Σύλληψη
Και της δημιουργίας
Ανάμεσα στη Συγκίνηση
Και στην ανταπόκριση
Η Σκιά πέφτει
Η ζωή είναι μακριά πολύ

Ανάμεσα στον πόθο
και στον σπασμό
Ανάμεσα στη δύναμη
και στην ύπαρξη
Ανάμεσα στην ουσία
και στην κάθοδο
Η Σκιά πέφτει
Ότι Σου εστίν η Βασιλεία

Ότι Σου εστίν
Είναι η ζωή
Ότι Σου εστίν η...

Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Όχι με έναν βρόντο...
μα μ' ένα λυγμό...


(μετάφραση: Γ. Σεφέρης)

Jack Kerouac

Οι μόνοι που αξίζουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που τρελαίνονται για να ζήσουν, να μιλήσουν, να σωθούν, που ποθούν τα πάντα την ίδια στιγμή, αυτοί που ποτέ δεν χασμουριώνται ή δεν λένε κοινότοπα πράγματα, αλλά που καίγονται, καίγονται, καίγονται σαν τα μυθικά κίτρινα ρωμαϊκά κεριά...

Jack Kerouac

Rainer Maria Rilke~Μοναξιά


Η μοναξιά μοιάζει με τη βροχή. Τα βράδια
απ' του πελάγους αναθρώσκει τον καθρέφτη
από κοιλάδες μακρινές κι από λιβάδια
στον ουρανό ανεβαίνει πάντα, που την έχει.
Κι ύστερα, από εκεί ψηλά, στην πόλη πέφτει.

Πέφτει την ώρα που το φως πια δεν αντέχει,

όταν τους δρόμους βάφουν πάλι τα σκοτάδια,
κι όταν τα σώματα χωρίζουν λυπημένα
δίχως να βρουν ό,τι ζητούν, μένοντας ξένα
κι όταν οι άνθρωποι εκείνοι που μισούνται,
πάλι στο ίδιο στρώμα πέφτουν και κοιμούνται:

τη μοναξιά την παίρνουν τότε τα ποτάμια...

Ρενέ Ντωμάλ, απόσπασμα από το βιβλίο «Γκουρτζίεφ»

Είμαι νεκρός γιατί δεν έχω επιθυμία,
Δεν έχω επιθυμία γιατί πιστεύω πως κατέχω,
Πιστεύω πως κατέχω γιατί δεν προσπαθώ να δώσω.
Προσπαθώντας να δώσω, βλέπω πως δεν έχω τίποτε,
Βλέποντας πως δεν έχω τίποτε, προσπαθώ να δοθώ
Προσπαθώντας να δοθώ, βλέπω ότι δεν είμαι τίποτε,
Βλέποντας ότι δεν είμαι τίποτε, επιθυμώ να γίνω,
Επιθυμώντας να γίνω, ζω.

Ρενέ Ντωμάλ, απόσπασμα από το βιβλίο «Γκουρτζίεφ»

Mελαγχολία - ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Στον ουρανό ακροβατεί μεγάλη σκοτεινιά,
Κι έτσι καθώς με πήρε το παράθυρο αγκαλιά,
με το ένα χέρι στο δωμάτιο μέσα σέρνω
του δρόμου την απίστευτη ερημιά,
με το άλλο παίρνω μια χούφτα συννεφιά 
και στην ψυχή μου σπέρνω.

Επισκέψεις

Αναγνώστες